σπασμένη αγκαλιά
Πάλι δεν με πιάνει ύπνος. Είναι κι αυτή η τρύπα άβολη γαμώτη τώρα το καλοκαίρι. Δεν την νιώθω πια σαν φωλιά αλλά σαν φυλακή. Όσο καλοκαιριάζει οι νύχτες γίνονται κι αυτές όμορφες για βόλτα. Όμως σήμερα δεν μπορώ να δω αυτή την ομορφια. Να, μετά τη λίμνη την είδα. Καθήσαμε και μιλήσαμε. Ήταν φοβισμένη. Είναι τόσο όμορφη όταν γίνεται αδύναμη. Τόσο όμορφη όπως όταν είναι δυνατή. Αλήθεια. Και μου λεγε για ένα τύπο που την ακολουθούσε κι όταν τον κοίταξε άρχισε να τρέχει αυτός αλλά από την άλλη μεριά και και … και τρόμαξε. Και έγινε σαν μικρό κορίτσι. Ξέρεις όπως όταν ήτανε στο δημοτικό. Μαζεύτηκε. Ήθελε αγκαλιά, και γω ήμουν ευτυχισμένος που ήμουν εκεί να δώσω αυτή την αγκαλιά, αυτή τη μικρή φωλιά. Γιατί μικρή ήταν η φωλιά μου, αυτή είναι η αλήθεια. Αλλά όχι δεν την τσιγγουνεύτηκα. Αυτή μπορούσα και λίγο παραπάνω έδωσα, μα το σύμπαν.
Το πώς γύρισε η κουβέντα στο ότι οι άνδρες είμαστε μαλάκες δεν το πήρα χαμπάρι. Και γω όταν ακούω τέτοια γίνομαι θηρίο. Δηλαδή γενικά δεν μπορώ με τις γενικότητες. Είναι κάλπικες. Άμα θέλω να υποτιμήσω μία συζήτηση αρχίζω κι εγώ τα κάλπικα. Όμως γενικά το αποφεύγω γιατί δεν μου αρέσουν αυτά.
Έτσι κι εγώ τα πήρα κι από αγκαλιά ήθελα να της δώσω μπουνιά. Τα λόγια της με πονούσαν. Ότι δεν νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε ότι δεν δεν καταφέρνουμε τίποτα και τα ρέστα και μαλακίες. Και δεν ξέρω τι με πρωτοεκνεύρισε ότι έλεγε μαλακίες; ότι ξαφνικά μου φαινόταν εντελώς μαλακισμένη; ότι ένιωθα να με βρίζει; Δεν ξέρω τι από όλα. Ίσως κι όλα μαζί. Αυτό που ξέρω είναι ότι τα πήρα. Και δεν την κοιτούσα με ηρεμία. Ούτε η φωνή μου ήταν ήρεμη. Το πρόσεξε αυτό και μου είπε ότι την κάνει σιγά σιγά. Δεν την κοίταξα. Δεν ήθελα να την κοιτάξω. Πες ότι ήθελα να της το παίξω σκληρός, πες ότι με εκνεύριζε. Δεν ξέρω ειλικρινά. Είπα ένα νύχτα στο κενό κι έφυγα αμέσως. Δεν ήθελα να πάρει να γίνει έτσι. Να την αγκαλιάζω ήθελα και να μην λέμε κάλπικα. Να λέμε ομορφιές, να λέμε όνειρα όχι μιζέριες.
Γιατί μου φυλάς τελευταία το πικρό μελάνι, το ξεθωριασμένο; Στο χω παράπονο αυτό.
Δεν λέω να μην ακούω τα γινάτια σου αλλά ρε μικρό , όχι κάλπικα. Σε αγαπάω να σε πάρει. Δηλαδή ναι έχεις ένα δίκιο. Αυτή που ξέρω την αγαπάω, και θέλω να την προσέχω και να την ακούω. Δηλαδή δεν την λεω έτσι την λέξη. Καταλαβαίνεις κι εσύ πώς την εννοώ. Δηλαδή με τι και ποιο τρόπο. Γιατί; Δεν ξέρω. Ειλικρινά. Δεν ξέρω και τι είναι αυτά που λέω. Ίσως και μπούρδες. Αλλά να τα κάλπικα είναι αλήθεια. Ναι στο ορκίζομαι. Μου την σπάνε πολύ αυτές οι μαλακίες. Κι άμα τις λέω κι εγώ, βάρα αλύπητα. Γιατί βρε ρε καρδιά εσύ είσαι ωραία ψυχούλα, δεν κάνει να φυτεύεις τέτοιες μαλακίες στο κεφάλι σου. Δηλαδή, εντάξει δεν είμαστε και τα καλύτερα παιδιά. Αλλά αυτό ισχύει για όλους, άνδρες γυναίκες. Δεν έχουμε αποκλειστικά το κολάι.
Ξέρεις πόσες κάλπισσες έχω γνωρίσει μα την αλήθεια; Αλήθεια ξέρεις; Πάρα πολλές. Να σε εσένα αυτό μου άρεσε, ότι τέτοια κάλπικα δεν τα άκουγα κι ότι άμα πετούσα κάνα τέτοιο μόνο ξεγυρισμένη δεν μου ριχνες. Να γιατί σε πήγαινα. Και σήμερα με γάμησες ψυχολογία να σε πάρει.
Αλλά εντάξει απλά πικράθηκα. Ίσως είμαι κι υπερβολικός. Άνθρωπος είσαι κι εσύ. Ληγάς που λέει και το άσμα.