λουλούδι
Περπατούσα σήμερα μέσα στην πόλη. Έψαχνα για εκείνες τις εγκατελειμένες οικοδομές. Όμως δεν μπορεί να μου φύγει από το μυαλό εκείνο το λουλούδι. Κόκκινο σαν την φωτιά, λιγερόκορμο και με πράσινα φυλλαράκια γεμάτα δροσιά, με το δικό τους άρωμα. Δύστροπο όμως. Αν το ξεχνούσες λίγο κόντευε να ξεραθεί. Από το φόβο μου το έκανα να σαπίσει. Μερικές φορές το σκέφτομαι αν μου μιλά, να με κατηγορεί. Τρέλα θα μου πεις. Όμως ναι με κανονικό στόμα, χείλη μου μιλά. Κι έχει και μάτια και με αυτά με μαχαιρώνει. Τέτοια μάτια δεν έχω ξαναδεί. Τόσο όμορφα και γλυκά. Αλήθεια ναι για το λουλούδι μιλάω. Τέτοια όμορφα μάτια δεν έχεις ξαναδεί, ούτε εγώ. Ίσως επειδή είναι λουλουδένια. Και με κατηγορεί που σάπισε. Ότι το μπούχτησα. Ότι μου το χε πει. Μια φορά η αλήθεια είναι ότι πήρα είδηση ότι το παραπότιζα και σταμάτησα κι ακολουθούσα πρόγραμμα. Όμως τότες άρχισα να βλέπω στον ύπνο μου , να με λέει τυπικό. Ότι ήμουν ψυχρός. Κι όλα κι όλα αυτό πάντα με ενοχλεί. Όμως μια ξεραινόταν μια κόντευε να σαπίσει , μπούχτησα κι εγώ. Όμως όχι το ήθελα. Δηλαδή να, μου άρεσε το μπάσταρδο. Και για αυτό προσπαθούσα. Και γιατί να, παρότι λουλούδι και παρότι και δύστροπο ένιωθα κάπως τρυφερά απέναντί του.
Πριν μιλούσα πιο κυνικά όμως να προσπαθούσα να είμαι πιο ρεαλιστής. Το τικ τακ όμως του μυαλού δεν βοηθά.
Μου έκανε παρέα. Ένα λουλούδι παρέα; Ναι παρέα. Μου λεγε όταν κάποια μυρμήγκια το δαγκώνανε. Και έτρεχα να τα διώξω να είναι καθαρό, όμορφο. Κάποια άλλα βράδια το έβγαλα να δει το φεγγάρι, να το δείτε πόσο πιο όμορφο και κόκκινο είχε γίνει. Όμως σαν το παραπότιζα άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο νευρικό, απότομο. Δεν ήξερα πια τι να κάνω. Κι αυτό σε κάθε κίνησή μου έτοιμο να την κάνει, είτε να ξεραθεί είτε να σαπίσει. Ένιωθα μπερδεμένος και νιώθω ακόμη, μα την αλήθεια, αλλά πεστε μου κι εσείς, τι να έκανα; Στο τέλος σάπισε και να, τώρα είναι ανάμνηση. Και πάλι εγώ το ίδιο ανόητος όπως πριν να νιώθω μπροστά σε κάθε λουλούδι που βλέπω κι ακούω.